Ὁμιλία Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

a 1 003 hn

Ὁ Ἰωάννης ὁ Παρθένος εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἀπέκτησε καὶ πλούτισε κατὰ χάρη μητέρα τὴν μόνη ἀπὸ τὶς μητέρες Παρθένο, ὁ ἐξαιρετικὰ ἀγαπημένος τοῦ Χριστοῦ, ὁ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους εὐαγγελιστὲς θεωρούμενος ὡς υἱὸς βροντῆς, τὴν ὁποία ὁ Κύριος ἀνέβηκε στοὺς οὐρανοὺς καὶ κρότησε· γι’ αὐτό, χρησιμοποιώντας πιὸ μεγαλόφωνο κήρυγμα, γιὰ νὰ μᾶς διατρανώσει τὸ συμβὰν τῆς δεσποτικῆς ἀναστάσεως ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ νὰ ἱστορήσει τὸν τρόπο τῆς φανερώσεως μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, τὴν περασμένη Κυριακή [Κυριακή της Σαμαρείτιδος, ἀνάγνωση στὸν ὄρθρο τοῦ Ζ΄ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου, Ἰω.20,1-10] ἀκούστηκε νὰ λέγει διὰ τῆς περικοπῆς τοῦ εὐαγγελικοῦ συγγράμματός του: «Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωΐ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς». (Ἀφοῦ πέρασε τὸ Σάββατο, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται στὸ μνημεῖο πρωί, ὅταν ἦταν ἀκόμη σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος ποὺ ἔφραζε τὴν εἴσοδο τοῦ τάφου ἦταν σηκωμένος ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοιχτό, τρέχει κι ἔρχεται στὸν Σίμωνα Πέτρο καὶ στὸν ἄλλο μαθητὴ τὸν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς) (Ἰω.20,1-2), δηλώνοντας στὸ σημεῖο αὐτό τὸν ἑαυτό του.

Τώρα δέ [ἐδῶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφέρεται στὸ ὄγδοο ἑωθινὸ εὐαγγέλιο, Ἰω. 20,11-18, τὸ ὁποῖο διαβάζεται κατὰ τὸν ὄρθρο τῆς Κυριακῆς του Τυφλοῦ] τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγει: «Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω» (Ἡ Μαρία ὅμως στὸ μεταξὺ στεκόταν κοντὰ στὸ μνημεῖο καὶ ἔκλαιγε ἔξω ἀπ’ αὐτό, χωρὶς νὰ φαντάζεται ποτὲ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀναστήθηκε) [Ἰω.20,10]. Πραγματικὰ ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο, ἀφοῦ τὴν ἄκουσαν καὶ ἔτρεξαν στὸ ζωαρχικὸ μνημεῖο, εἶδαν καί, ἀφοῦ πίστεψαν μὲ τεκμήρια καὶ θαύμασαν, ἀπῆλθαν στὰ δικά τους. Ἡ δὲ Μαρία, παραμένοντας, στεκόταν ἔξω κοντὰ στὸ μνημεῖο κλαίγοντας, πράγμα ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι δὲν εἶχε ἀκόμη λάβει καμία πληροφορία γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Δεσπότη, ἂν καὶ εἶχε ἤδη ἔλθει δυὸ φορὲς μὲ ἄλλους στὸ μνημεῖο• δηλαδὴ πρῶτα μὲ τὴν Θεομήτορα, ὅπως ἱστόρησε ὁ Ματθαῖος, γράφοντας: Ὀψὲ δὲ σαββάτων, τῇ ἐπιφωσκούσῃ εἰς μίαν σαββάτων, ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι τὸν τάφον. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας (Ἀργὰ λοιπὸν τὴ νύχτα τοῦ Σαββάτου, τὴν ὥρα ποὺ ξημέρωνε ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, ἦλθε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο. Καὶ ξαφνικά, ἔγινε σεισμὸς μεγάλος)» [Ματθ. 28, 1-2] καὶ τὰ ἑξῆς. Ἔπειτα, ἔρχεται τώρα μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη, οἱ ὁποῖοι πιστεύοντας μὲ ὅσα εἶδαν καὶ θαυμάζοντας, ἀπῆλθαν. Ἦλθε λοιπὸν μαζὶ μὲ ἄλλους στὸν τάφο δυὸ φορὲς καὶ ἐνῶ, ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἦλθαν μαζὶ πίστεψαν καὶ βεβαιώθηκαν, αὐτή, μὴν ἔχοντας λάβει καμία βεβαιότητα ἀκόμη, κλαίει ἀπαρηγόρητη.

Αὐτὸ θὰ τὸ δεῖ κανεὶς νὰ γίνεται καὶ στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀρετή· πραγματικὰ ἄλλους μὲν ἀπὸ τοὺς ἀγωνιζομένους ἡ χάρη τοὺς συναντᾶ ἀμέσως καὶ τοὺς παρέχει ἐπιβεβαίωση γιὰ τοὺς ἀρραβῶνες, δίνοντάς τους μία γεύση γιὰ τὰ ἔπαθλα ποὺ τοὺς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεὸς γιὰ τοὺς ἀγῶνες τους, σὰν νὰ τοὺς προτείνει φιλάνθρωπο χέρι, νὰ τοὺς δεξιώνεται καὶ νὰ τοὺς γυμνάζει γιὰ τὰ ὑπόλοιπα· ἄλλων ὅμως περιμένει τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα, ἑτοιμάζοντας πάντως γι’ αὐτοὺς τοὺς στεφάνους τῆς ὑπομονῆς, ὥστε κάποιος ἀπὸ τοὺς θεοφόρους πατέρες νὰ πεῖ, ὅτι «ἄλλοι δέχονται τὶς ἱερὲς ἀμοιβὲς πρὶν ἀπὸ τοὺς καμάτους, ἄλλοι κατὰ τὴ διάρκεια τῶν καμάτων καὶ ἄλλοι κατὰ τὴν ἔξοδο».

Συμβαίνουν δὲ αὐτά, διότι ἡ πάνσοφη πρόνοια τοῦ Θεοῦ οἰκονομεῖ τὰ πράγματά μας ποικιλοτρόπως καὶ ἀπονέμει στὸν καθένα μὲ φιλανθρωπία τὸ κατάλληλο καὶ ἐπωφελές, τόσο ἐπὶ τῶν ἔργων τῆς ἀρετῆς, ὅσο καὶ ἐπὶ τῶν μυστηρίων τῆς πίστεως. Ἔτσι λοιπόν, οἰκονομώντας καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ Μαγδαληνὴ Μαρία, μὲ σοφία καὶ φιλανθρωπία ὁ δεσπότης, ὅρισε νὰ μὴ λάβει ἀκόμη τότε τὴν ἐπιβεβαίωση τῆς Ἀναστάσεώς Του, ὁδηγώντας καὶ προτρέποντας μέσω αὐτῆς καὶ τοὺς ἔπειτα μαζὶ σὲ ὑπομονή. Ἂς ἀκούσουμε ποιῶν θεαμάτων ἀξιώθηκε ἔπειτα λόγω τῆς καρτερίας της καὶ τοῦ ἐπίμονης παραμονῆς τῆς δίπλα στὸ μνῆμα: Ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ (Ἐνῶ λοιπὸν ἐξακολουθοῦσε νὰ κλαίει, ἔσκυψε μία στιγμὴ στὸ μνημεῖο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Βλέπει τότε δυὸ ἀγγέλους μὲ λευκὰ ἐνδύματα, ἔνδοξους καὶ ἀκαταγώνιστους φρουροὺς τοῦ τάφου. Αὐτοὶ κάθονταν ὡς ὑπηρέτες τοῦ ἀναστημένου Κυρίου, ὁ ἕνας πρὸς τὸ μέρος τοῦ κεφαλιοῦ καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν, ὅπου πιὸ πρὶν ἦταν τοποθετημένο κάτω στὴ γῆ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ)». [Ἰω.20, 12].

XAIRETEΤὸ νὰ σκύβει καὶ νὰ στρέφει τὰ μάτια περιπαθῶς πρὸς τὸ μνῆμα εἶναι δεῖγμα τῆς ἄκρας εὐαισθησίας· ἐκεῖνο λοιπὸν πρέπει πρῶτο νὰ ἐξετάσουμε, τὸ πὼς δηλαδή, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά, ὅπως λέγει παραπάνω ὁ εὐαγγελιστής, αὐτὴ τὰ ἔβλεπε ἀκριβῶς ὅλα καὶ χωριστὰ τὸ καθένα, καί μάλιστα ἀπὸ ἔξω ὅσα βρίσκονταν μέσα στὸ σπήλαιο. Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι ἔξω μὲν ἦταν σκοτεινά, ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἀκόμη φέξει τελείως ἡ αἰσθητὴ ἡμέρα, τὸ σπήλαιο ὅμως ἐκεῖνο ἦταν γεμάτο ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, τὸ ὁποῖο βλεπόμενο μὲ θεϊκὸ τρόπο ἀπὸ τὴ Μαρία, ἐπαύξανε τὸν πόθο της πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ χορηγοῦσε δύναμη νὰ ἀντιλαμβάνεται μὲ τὰ μάτια ἐκείνης, ἀγγελικὴ ὀπτασία, καὶ ὄχι μόνο νὰ βλέπει, ἀλλὰ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ συνομιλεῖ μὲ ἀγγέλους· διότι τέτοιας λογῆς ἦταν ἐκεῖνο τὸ φῶς.

Τοὺς εἶδε λοιπὸν ἐνδεδυμένους στὰ λευκὰ ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ καθαροῦ καὶ φωτοειδοῦς τῆς φύσεως τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ καὶ διότι διαλευκαίνουν καὶ διασαφηνίζουν τὸ μυστήριό της ἀναστάσεως, συγχρόνως δὲ καὶ διότι στὴν πράξη συνεορτάζουν μαζί μας τὴν πραγματικὰ λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς δεσποτικῆς Ἀναστάσεως. Καὶ τοὺς εἶδε καθισμένους, γιὰ νὰ γνωρίσει καλὰ ὅτι δὲν ἦλθαν τότε, ἀλλὰ ἦσαν καὶ προηγουμένως παρόντες, ἂν καὶ δὲν φαίνονταν προηγουμένως, καὶ νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν ἀξία τους, ἀφοῦ ἀναλογιστεῖ ποιοὶ εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ παρόντες, δὲν βλέπονταν. Νομίζω δὲ ὅτι τοὺς ἔκανε νὰ κάθονται καὶ ὁ πόθος νὰ προσεγγίζουν περισσότερο στὸν τόπο ὅπου προηγουμένως ἦταν τοποθετημένο τὸ δεσποτικὸ Σῶμα· διότι ἦταν σὰν νὰ προσφύονται στὸ μνῆμα ἀπὸ τὴν ἀγάπη, καθίζοντας ὁ ἕνας πρὸς τὴν κεφαλὴ καὶ ὁ ἄλλος πρὸς τὰ πόδια καὶ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἐξίσου ποθητὸ καὶ πολύτιμο γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας σύμβολο εἶναι ὁ τόπος τῆς κεφαλῆς, καὶ ἡ ἐνανθρώπησή Του, τῆς ὁποίας τύπος εἶναι ὁ τόπος τῶν ποδιῶν.

«Καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις; (Τῆς λένε τότε ἐκεῖνοι: Γυναίκα, γιατί κλαῖς;)» [Ἰω.20,13]. «Βλέπεις τὸ σπήλαιο νὰ ἔχει γίνει οὐρανός, μᾶλλον δὲ οὐράνιος ναὸς ἀντὶ ἐπιγείου τάφου καὶ δεσμωτηρίου, γεμάτος οὐρανὶους ἀγγέλους ἀντὶ ἐπιγείους φύλακες, ποὺ τὸ σεμνύνουν ἐξόχως σὰν τόπο Θεοῦ ζωοδότη καὶ τὸν μεταχειρίζονται μὲ χαρὰ ἀδειανό. Ἐσὺ ὅμως γυναίκα, γιατί κλαῖς;». Τὴν ρωτοῦν γιὰ τὴν κατάστασή της, ὄχι διότι ἀγνοοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν καταστήσουν κυρία τῶν λογισμῶν τῆς παύοντας τὸ πένθος της καὶ νὰ βροῦν εὐκαιρία νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργο τοὺς· ἔργο δὲ ἀγγέλων ποὺ παρακάθονται στὸν τάφο τοῦ Ζωοδότη εἶναι νὰ ἐξαγγέλλουν τὴ δόξα τοῦ Ἀναστάντος.

Ἀλλά, ὅταν οἱ ἄγγελοι ρώτησαν γιὰ ποιὸν λόγο κλαίει, ἐκείνη λέγει: ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω (Διότι πῆραν τὸν Κύριό μου ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποὺ τὸν ἒβαλαν. Καὶ ἀφοῦ τὰ εἶπε αὐτά, στράφηκε πίσω)» [Ἰω.20,13-14]. Τί ἦταν αὐτὸ πού ἔκανε τὴ Μαρία νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ πίσω; Ὁπωσδήποτε ἡ δουλικὴ κίνηση καὶ προσοχὴ τῶν ἀγγέλων πρὸς τὸν ἐπιφανέντα Δεσπότη. Ἐκείνη τὸν ἀποκαλοῦσε κύριο μόνο τοῦ ἑαυτοῦ της καὶ ὑποψιαζόταν κλοπὴ καὶ μεταφορὰ τὸ σώματος, ἐπιδεικνύοντας μὲν ψυχικὴ διάθεση πρὸς Αὐτόν, χωρὶς ὅμως νὰ φρονεῖ τίποτε θεοπρεπὲς γι’ Αὐτόν. Ἐκεῖνοι παριστάνουν μὲ πράξεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Κύριος καὶ αὐτῶν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· διότι ὅταν ἀκόμη δὲν φαινόταν Ἐκεῖνος, αὐτοὶ παρακάθονταν στὸν τάφο, ὅταν δὲ ὁ Δεσπότης ἐμφανίστηκε ἀντίκρυ, ἀμέσως σηκώθηκαν καὶ κοίταξαν Αὐτόν, ἀτενίζοντας Τὸν μὲ εὐλάβεια καὶ θαυμασμὸ σὲ ὑπηρετικὴ στάση.

Ἡ Μαρία ἀφοῦ στράφηκε τότε νὰ δεῖ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ καὶ μόνο μὲ τὴν ἐμφάνισή του ἐξέπληξε τοὺς ἀγγέλους, βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται, χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζει ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς, διότι δὲν εἶχε ἀκούσει ἀκόμη γιὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ δὲν θὰ τὴν παραδεχόταν εὔκολα. Ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ἐξωτερικὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἦταν ἀκόμη ἀμυδρό, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ Κύριος δὲν ἐπιδείκνυε σὲ αὐτὴν ἀκόμη τὴ θεία λαμπρότητα, ὥστε νὰ ἀναγνωριστεῖ ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔπαθε, ἡ Μαρία δὲν Τὸν ἀναγνώρισε, ἀλλὰ ὑπέθεσε ὅτι εἶναι κηπουρὸς γιὰ τὰ ἐκεῖ φυτά, Αὐτὸς ὁ Γεωργὸς τῶν ψυχῶν, ὁ Δημιουργός του σύμπαντος. Ὅταν δὲ Ἐκεῖνος, φωνάζοντας καὶ ἀποκαλώντας τὴν μὲ τὸ ὄνομά της, «Μαρία», γνωστοποίησε τὸν ἑαυτό Του, ἐκείνη στρέφοντας τὴ γνώμη της, ἀποκρίθηκε καὶ λέγει: «Ῥαββουνί», ποὺ σημαίνει «Διδάσκαλέ μου», χωρὶς οὔτε τότε, ἂν καὶ Τὸν ἔβλεπε ζωντανό, νὰ σκεφτεῖ κάτι θεοπρεπές, ἀλλὰ ἁπλῶς θεωρώντας τον ὡς ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκαλο τῶν θείων. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀγάπη ὅρμησε ὄχι μόνο νὰ γονατίσει, ἀλλὰ καὶ νὰ πιάσει τὰ πόδια Του, ἀλλὰ ἀκούει ἀπὸ Αὐτόν: «Μή μου ἅπτου (Μὴ μὲ ἀγγίζεις)». «Ἐπειδὴ δηλαδή», λέγει, «ἡ διάνοιά σου δὲν ἄγγιξε τὸ ὕψος τοῦ σχετικὰ μὲ Ἐμένα μυστηρίου, ὅτι ἐνῶ εἶμαι Θεός, τώρα βλέπομαι σὲ σῶμα γιὰ σένα, καὶ μάλιστα θεοειδές, γι’ αὐτὸ μὴν μὲ ἀγγίζεις».Ἔπρεπε ἄλλωστε νὰ φυλαχθεῖ καὶ αὐτὸ γιὰ τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ ἀγγίξει αὐτὴ μόνη ἀπὸ τὶς γυναῖκες μετὰ τὴν Ἀνάσταση τὸ σῶμα Του ἀπὸ αὐτὴν ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ γιά ἐμᾶς, πράγμα ποὺ ἔγινε, ὅπως ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος· διότι γι’ αὐτὴν λέγει ὁ Ματθαῖος ὅτι «προσελθοῦσαι ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ προσεκύνησαν αὐτῷ. (Αὐτὲς τότε, ἀφοῦ πλησίασαν, μὲ εὐλάβεια πολλὴ ἔπιασαν τὰ πόδια Του καὶ Τὸν προσκύνησαν)» [Ματθ. 28, 9], ἐνῶ στὴ Μαρία λέγει «Μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου. (Μὴ μ’ ἀγγίζεις. Μὴ συμπεριφέρεσαι πλέον σὲ μένα σὰν νὰ πρόκειται νὰ εἶμαι καὶ πάλι ἀνάμεσά σας μὲ αὐτὴν τὴ μορφή, μὲ τὴ μορφὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς ἀσθενείας, ὅπως ζοῦσα μαζί σας πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος. Μὴ μ’ ἀγγίζεις, διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου)». [Ἰω.20,17].

Αὐτὸ εἶναι συναρτημένο μὲ τὰ λόγια ποὺ ἀπευθύνονται ἔπειτα πρὸς τοὺς μαθητές Του, ὅτι ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου»· «οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου (διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου)». Καὶ λέγει αὐτό, γιὰ νὰ τοὺς καταστήσει ἐμφρόντιδες καὶ ἐπιμελεστέρους καὶ γιὰ νὰ τοὺς διεγείρει πρὸς ἐπιπόθη ση καὶ ἐπιζήτηση τῆς θέας Του. Ἔχει δὲ σχέση καὶ πρὸς τὴ Μαγδαληνὴ Μαρία, διότι λέγει «Μὴ μὲ ἀγγίζεις»· «διότι τὸ σῶμα ποὺ μὲ περιβάλλει τώρα εἶναι τέτοιο, ὥστε νὰ εἶναι ἀνωφερέστερο καὶ δραστικότερο ἀπὸ τὸ πῦρ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ἀνεβαίνει ὄχι μόνο πρὸς τὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἴδιο τὸν ἐπουράνιο Πατέρα». «Οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου» (διότι δὲν ἀνέβηκα ἀκόμη πρὸς τὸν Πατέρα μου), λέγει, διότι δὲν φανέρωσε ἀκόμη τὸν ἑαυτό Του στοὺς μαθητὲς Του μετὰ τὴν Ἀνάσταση.

BI 078 700x700«Πήγαινε λοιπὸν πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου αὐτούς· διότι ὅλοι εἴμαστε ἑνὸς Πατρός, ἂν καὶ ὄχι ὅλοι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο· Ἐγὼ μὲν ὡς γνήσιος Υἱὸς καὶ ὁμοφυὴς μὲ Ἐκεῖνον, ἐκεῖνοι δὲ ὡς γενόμενοι μέσω Ἐμένα υἱοποίητοι σὲ Αὐτόν»: «Πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν». (Πήγαινε ὅμως στοὺς ἀδελφούς μου καὶ πές τους: «Ἀνεβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, τὸν Ὁποῖο δι’ ἐμοῦ καὶ ἐσεῖς ἔχετε κατὰ χάριν Πατέρα. Αὐτὸς ἔγινε καὶ Θεός μου ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι Θεὸς δικός σας) [Ἰω.20,17]. Ὅπως δηλαδὴ σὲ ἐμᾶς μὲν εἶναι Πατὴρ κατὰ χάρη διὰ τοῦ Πνεύματος τῆς υἱοθεσίας, Ἐκείνου δὲ Πατὴρ φυσικῶς κατὰ τὴν θεότητα, ἔτσι σέ μας μὲν εἶναι Θεὸς ὡς Δημιουργός της φύσεως, Ἐκείνου δὲ λόγω τῆς οἰκονομίας κατὰ τὸ ἀνθρώπινο· καὶ γι’ αὐτὸ τὸ εἶπε χωριστά, γιὰ νὰ ἐννοήσουμε ἐμεῖς τὴν κατάλληλη διαφορά. Παρακινοῦσε δὲ καὶ ἐκείνους μὲ αὐτὸ τὸ μήνυμα ὅτι δηλαδὴ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν Πατέρα, νὰ ἐννοήσουν περὶ τοῦ σώματός Του ὅτι εἶναι τέτοιο, ὡσὰν νὰ ἀναστρέφεται ἐπάνω στὴ γῆ πάντοτε ὅπως καὶ προηγουμένως καὶ νὰ συνυπάρχει μὲ αὐτοὺς διαπαντός.
Ἀλλὰ ἡ μὲν Μαγδαληνὴ Μαρία, τὴν ὁποία ὑμνοῦμε καὶ ὡς μία ἀπὸ τὶς Μυροφόρες του Χριστοῦ, καὶ στὴν ὁποία, ἀφοῦ ἀπελάθηκαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὰ ἑπτὰ πνεύματα τῆς πονηρίας, ἐγκαταστάθηκε ὁπωσδήποτε ἡ κατὰ ἑπτὰ τρόπους ἐνεργοῦσα θεία χάρη τοῦ Πνεύματος· αὐτὴ λοιπὸν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία, ἀφοῦ λόγω τῆς ἐπίμονης παραστάσεώς της ἀξιώθηκε ἀγγελικὴ ὀπτασία καὶ συνομιλία, γίνεται ἀπόστολός Του πρὸς τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἀφοῦ διδάχθηκε καὶ διαβεβαιώθηκε τελείως ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ θεῖο στόμα ἀπέρχεται πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ ἀπαγγείλει σὲ αὐτοὺς ὅτι εἶδε τὸν Κύριο, ποὺ τῆς εἶπε αὐτά.

Ἐμεῖς πάντως ἂς προσέξουμε, ἀδελφοί μου, πόσο ἀπεῖχε ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία κατὰ τὴν ἀξία ἀπὸ τὸν Πέτρο τὸν κορυφαῖο ἀπόστολο καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν ἀγαπημένο τοῦ Χριστοῦ Θεολόγο, καὶ πόσο μεγαλύτερες ἀπὸ αὐτοὺς δωρεὲς ἀξιώθηκε τότε. Πραγματικὰ ἐκεῖνοι, ὅταν ἔτρεξαν πρὸς τὸν τάφο, εἶδαν μόνο τὰ σινδόνια καὶ τὸ σουδάριο, αὐτὴ ὅμως ἐξαιτίας τῆς ἐνδιάθετης καὶ ἐπίμονης καρτερίας, ἀφοῦ παρέμεινε ἕως τὸ τέλος στὴ θύρα τοῦ σπηλαίου, εἶδε πρὶν ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ὄχι μόνο τοὺς ἀγγέλους, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο τῶν ἀγγέλων Ἀναστάντα ἀπὸ τοὺς νεκροὺς κατὰ τὴ σάρκα καὶ ἔγινε αὐτήκοος Αὐτοῦ καὶ διάκονος τῶν ἀπὸ τὸ θεῖο Του στόμα προσταγμάτων.

Ὁ ναὸς αὐτός, ὅπου βρισκόμαστε τώρα εἶναι τύπος τοῦ σπηλαίου ἐκείνου ὅπου βρισκόταν ὁ τάφος τοῦ Κυρίου, μᾶλλον δὲ ἔχει καὶ κάτι περισσότερό του τύπου, διότι εἶναι σχεδὸν ἕνα ἄλλο ἐκεῖνο· διότι ἔχει τόπο, στὸν ὁποῖο τοποθετεῖται τὸ Δεσποτικὸ Σῶμα, τὸ ἐσωτερικό του παραπετάσματος καὶ τὴν μέσα σὲ αὐτὸ πανίερη Τράπεζα. Ὅποιος λοιπὸν προστρέχει νοερὰ στὸ θεῖο πραγματικὰ καὶ θεοδόχο αὐτὸ σπήλαιο καὶ παραστέκει καὶ παραμένει ἕως τὸ τέλος, συγκεντρώνοντας καὶ κατευθύνοντας τὴ διάνοιά του πρὸς τὸν Θεό, ὄχι μόνο θὰ ἀποκτήσει ἐπίγνωση τῶν λόγων τῆς θεόπνευστης Γραφῆς ποὺ ὑπάρχουν σὲ αὐτὴν τὴν Τράπεζα, σὰν νὰ εἶναι ἄγγελοι ποὺ διακηρύσσουν τὴ θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνανθρώπησε γιά ἐμᾶς, ἀλλὰ θὰ δεῖ καὶ αὐτὸν τὸν Κύριο ἀσφαλῶς μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας, δὲν θὰ εἶναι δὲ ὑπερβολικὸ νὰ ποῦμε καὶ τοῦ σώματος. Διότι αὐτὸς ποὺ βλέπει μὲ πίστη τὴ μυστικὴ Τράπεζα καὶ τὸν Ἄρτο τῆς ζωῆς ποὺ προτίθεται σὲ αὐτήν, βλέπει τὸν ἴδιο τὸν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινε σάρκα γιά ἐμᾶς καὶ κατασκήνωσε μέσα μας· κι ἂν παρουσιάσει τὸν ἑαυτὸ του ἄξιο γιὰ ὑποδοχή, ὄχι μόνο τὸν βλέπει, ἀλλὰ γίνεται καὶ μέτοχος αὐτοῦ καὶ τὸν ἀποκτᾶ ἔνοικο μέσα του καὶ γεμίζει ἀπὸ τὴ θεία χάρη ποὺ ἐκπέμπεται ἀπὸ Αὐτόν. Καὶ ὅπως ἡ Μαρία εἶδε ἐκεῖνα ποὺ ἐπιθυμοῦσαν τότε νὰ δοῦν οἱ Ἀπόστολοι, ἔτσι αὐτὸς ἀξιώνεται νὰ βλέπει ἐκεῖνα καὶ νὰ ἀπολαύσει ἐκεῖνα, στὰ ὁποῖα θέλουν κατὰ τὸν ἀπόστολο νὰ κρυφοκοιτάξουν οἱ ἄγγελοι, καὶ διὰ τῆς θέας πρὸς αὐτὰ καὶ μεθέξεως καθίσταται ὁλόκληρος θεοειδής.

femeile mironositeἙπομένως, ἀδελφοί, ἀνορθῶστε τὰ παράλυτα πρὸς τὴν ἀρετὴ χέρια σας καὶ τὰ παραλυμένα γόνατα [πρβ. Ἡσ. 35, 3: «Ἰσχύσατε, χεῖρες ἀνειμέναι καὶ γόνατα παραλελυμένα» (λάβετε δύναμη, χέρια ἐξασθενημένα καὶ γόνατα παραλυμένα), κατασκευάστε ἴσιες τροχιὲς γιὰ τὰ πόδια σας [Ἑβρ. 12,13: «Καὶ τροχιὰς ὀρθὰς ποιήσατε τοῖς ποσὶν ὑμῶν, ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον» (Καὶ ἂς βαδίσουν σὲ ἴσιους δρόμους τὰ πόδια σας, γιὰ νὰ μὴν χειροτερεύσει ἡ ἀναπηρία σας, ἀλλὰ νὰ γιατρευτεῖ. Ἀποκτῆστε δηλαδὴ ὀρθὰ φρονήματα, διότι κινδυνεύετε νὰ πλανηθεῖτε μακριὰ ἀπὸ τὸν ἴσιο δρόμο τῆς πίστεως), βαδίζοντας τὶς εὐθεῖες ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὴ δικαιοσύνη, τὴ σωφροσύνη, τὴν ἀγάπη, τὴν ταπείνωση, τὴν ἀλήθεια· εἶναι δὲ ὁπωσδήποτε διεστραμμένες ὁδοὶ καὶ στραβές, τὸ μίσος, τὸ ψεῦδος, ὁ δόλος, ὁ φθόνος, ἡ πλεονεξία, ἡ ὑπερηφάνεια, καὶ τὰ παρόμοια μὲ αὐτά, τὰ ὁποία ὄχι μόνο πραττόμενα, ἀλλὰ καὶ μόνο ἀγαπώμενα καὶ μελετώμενα νοερῶς, καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο ἄξιο τῆς θείας ἀποστροφῆς, ἐπειδὴ βέβαια ὁ μὲν ἄνθρωπος βλέπει στὸ πρόσωπο, ὁ δὲ Θεὸς στὴν καρδιὰ καὶ Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἐρευνᾶ τὶς καρδιὲς καὶ τὰ νεφρά [Ἀποκ.2,23: «Καὶ γνώσονται πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας, καὶ δώσω ὑμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα ὑμῶν» (Καὶ ἔτσι θὰ μάθουν οἱ Ἐκκλησίες ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα ὅτι Ἐγὼ εἶμαι Αὐτὸς ποὺ ἐρευνῶ νεφροὺς καὶ καρδιές, δηλαδὴ τὰ πιὸ ἀπόκρυφα βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου· καὶ θὰ δώσω στὸν καθένα σας ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα σας).

Ἀλλὰ ἐμεῖς, συναθροιζόμενοι στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, ἀναζωσάμενοι τὰς ὀσφύας τῆς διανοίας ὑμῶν νήφοντες (ἀφοῦ περιμαζέψετε ἀπὸ τὴ διάχυση τὶς διάνοιές σας καὶ συγκεντρώσετε τὶς σκέψεις σας ἐλευθερώνοντας τὴν ψυχή σας ἀπὸ καθετί, ποὺ τὴν ἐμποδίζει νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεό, καὶ κάνοντας ἐγκράτεια σὲ ὅλα)», κατὰ τὸν λόγο τοῦ κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων Πέτρου, «τελείως ἐλπίσατε ἐπὶ τὴν φερομένην ὑμῖν χάριν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ (ἐλπίστε χωρὶς τὸν παραμικρὸ δισταγμὸ ὅτι θὰ λάβετε τὴ χάρη τῆς σωτηρίας, τὴν ὁποία σας φέρνει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς δεύτερης μεγαλοπρεποῦς ἀποκαλύψεως καὶ παρουσίας Του)» [Α΄ Πέτρ.1,13] διότι δὲν εἶναι δυνατό, αὐτὸς ποὺ στέκεται στὴν ἱερὴ ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ποὺ συγκεντρώνει τὸν νοῦ του καὶ τὸν ἀνυψώνει πρὸς τὸν Θεό, ποὺ διαλογίζεται καὶ ἀφιερώνεται στὸ νόημα τῶν ἱερῶν ἀσμάτων ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τὸ τέλος, νὰ μὴν ὑποστεῖ τὴ θεία ἀλλοίωση, ἀναλόγως μὲ τὸν διαλογισμὸ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ θεῖα λόγια. Μὲ αὐτὸν τὸν διαλογισμὸ γεννᾶται στὴν καρδιὰ κάποια θέρμη, ποὺ σβήνει τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς σὰν μύγες καὶ προκαλώντας στὴν ψυχὴ πνευματικὴ εἰρήνη καὶ παρηγορὶα καὶ παρέχοντας στὸ σῶμα τὸν ἁγιασμό, σύμφωνα μὲ αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου, καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου ἐκκαυθήσεται πῦρ. (ἐρεθίστηκε ἡ καρδιά μου στὸ ἐσωτερικό μου ἄναψε φωτιὰ μέσα μου ἀπὸ τὴ μελέτη ποὺ ἔκανα καὶ οἱ φλόγες τοῦ πυρὸς αὐτοῦ αὐξήθηκαν)» [Ψαλμ.38, 4]. Καὶ αὐτὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς θεοφόρους πατέρες μας δίδαξε λέγοντας: «Κάνε κάθε προσπάθεια, ὥστε ἡ ἐσωτερική σου ἐργασία νὰ εἶναι κατὰ Θεὸν καὶ τότε θὰ νικήσεις τὰ ἐξωτερικὰ πάθη». Πρὸς αὐτὸ προτρέποντάς μας καὶ ὁ μέγας Παῦλος, λέγει: «Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε (Καὶ μὲ αὐτὰ πού σας λέω, ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ συμπεριφέρεστε σύμφωνα μὲ τὶς ἐμπνεύσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ τότε δὲν θὰ ἐκπληρώσετε τὴν ἐπιθυμία τῆς σάρκας, καὶ συνεπῶς δὲν θὰ δαγκώνει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, οὔτε θὰ ὑπάρχει μίσος μεταξύ σας)» [Γαλ.5,16].

Γι’ αὐτὸ ἀλλοῦ παραγγέλλει, γράφοντας: «Στῆτε οὖν περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ (Σταθεῖτε λοιπὸν στὴν παράταξη τοῦ ἀγώνα. Ζωστεῖτε τὴν ἀλήθεια σὰν ζώνη, ὥστε ὁ φωτισμὸς τῆς ἀλήθειας νὰ σᾶς δίνει πνευματικὴ δύναμη καὶ εὐκινησία)» [Ἐφ.6,14], διότι ὅταν ὁ λογισμὸς στρέφεται γύρω ἀπὸ τὰ θεῖα καὶ παραμένει στὴν κατὰ τὸν Θεὸ ἀλήθεια, συγκρατώντας καὶ καθοδηγώντας στὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες, καὶ πάψουν σέ μᾶς οἱ σαρκικοὶ λογισμοί, τότε ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος παραλαμβάνει τὴν ψυχὴ ἤρεμη καὶ τὴν κάνει νὰ γεύεται μὲ τὰ μελλοντικὰ ἐκεῖνα ἀπόρρητα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ὀφθαλμὸς ἐμπαθοῦς καὶ ἀμελοῦς ἀνθρώπου δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ σὲ καρδιὰ τέτοιου ἀνθρώπου δὲν ἀνέβηκαν: «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀγαποῦν μάτι δὲν τὰ εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν τὰ ἄκουσε καὶ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν τὰ φαντάστηκε) [Α΄ Κορ. 2, 9]. Καὶ ἡ γεύση αὐτὴ εἶναι ἀρραβώνας αὐτῶν καὶ ἡ καρδιὰ ποὺ δέχεται τοὺς ἀρραβῶνες αὐτῶν γίνεται πνευματικὴ καὶ λαμβάνει διαβεβαίωση γιὰ τὴ σωτηρία της. Ἑπομένως, ἐὰν θέλει κανεὶς νὰ ἀποκτήσει αὐτὴ τὴ διαβεβαίωση καὶ νὰ μάθει ἀκριβῶς γιὰ τοὺς πνευματικοὺς αὐτοὺς ἀρραβῶνες, ἂς πολιτεύεται ὅπως δίδαξε καὶ ὑπέδειξε τώρα ὁ λόγος· διότι ἔτσι θὰ εἶναι συμπολίτης τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ καὶ μέτοχος τῶν αἰωνίων καὶ ἀρρήτων ἀγαθῶν ποὺ ἔχουν γίνει ἀντικείμενο ὑπόσχεσης σὲ ἐκείνους.

Αὐτὰ εἴθε νὰ ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο πρέπει δόξα, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα Του καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

 ag grigorios pal

Pin It
footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ